Κατεβάστε
τον κατάλογο βιβλίων των εκδόσεων Κριτική
PDF (9 Mb)
Επικοινωνήστε μαζί μας για ερωτήσεις καταλόγου
Μετά Το αστέρι πάνω από το δάσος (2024), οι Εκδόσεις Κριτική επανέρχονται με μια δεύτερη συλλογή αμετάφραστων κειμένων του σπουδαίου Αυστριακού συγγραφέα. Στο νέο βιβλίο συμπεριλαμβάνονται τρεις ιστορίες από την πρώτη περίοδο του Τσβάιχ («Άνοιξη στο Πράτερ», «Ο έρωτας της Έρικα Έβαλντ», «Οστρακιά»), καθώς και το ημιτελές αριστούργημα «Βόντρακ», το οποίο ανακαλύφθηκε και κυκλοφόρησε μόλις το 1990.
Ο τίτλος Η ζωή του άλλου μόνο συμβολικός δεν είναι. Το βιβλίο αναδεικνύει την άγνωστη βαθιά φιλία ανάμεσα σε δύο διάσημους και μεγαλοφυείς ανθρώπους του 20ού αιώνα, του Τζέιμς Τζόις και του Ίταλο Σβέβο. Ο Τζόις ήταν ένας νεαρός, επαναστατικός καλλιτέχνης που έφτασε στην Ιταλία κυρίως από την αγάπη του για την ιταλική γλώσσα και τον ιταλικό πολιτισμό, αλλά και για να ξεφύγει από μια Ιρλανδία που βρισκόταν υπό τον διπλό ζυγό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ο Σβέβο ήταν ένας μεσήλικας εβραϊκής καταγωγής, ο οποίος, αφού εργάστηκε επί πολλά χρόνια σε τράπεζα, έγινε υπάλληλος σε εταιρεία χρωμάτων για υποβρύχια, ιδιοκτησία της οικογένειας της συζύγου του. Η σχέση μεταξύ των δύο ανδρών δεν αποτελούσε απλώς μια λογοτεχνική συγγένεια, αλλά σύμπλευση της ζωής και του έργου τους, καθώς θαύμαζαν και στήριζαν πρακτικά ο ένας τον άλλον: Ο Σβέβο βοηθούσε συχνά τον Τζόις, ο οποίος βρισκόταν πάντοτε σε οικονομική στενότητα, και ο Τζόις ανταπέδιδε τη γενναιοδωρία του βοηθώντας τον Σβέβο να αναδειχθεί σε διεθνώς αναγνωρισμένη λογοτεχνική μορφή.
O Φραντσέσκο, παιδί μεταναστών από τη νότια Ιταλία, μεγαλώνει στα προάστια του Μιλάνου και ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας. Ωστόσο, τα όνειρά του έρχονται σε σύγκρουση με τις άκαμπτες αντιλήψεις του πατέρα του, ο οποίος τα θεωρεί ουτοπικά. Στον Βορρά ο Φραντσέσκο έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρότητα και τον κυνισμό της πόλης, ενώ συνάμα γνωρίζει τον έρωτα. Κάθε καλοκαίρι πηγαίνει με την οικογένειά του στην Μπαζιλικάτα, στον Νότο, όπου η ύπαιθρος και ο ξάδερφός του Λουτσιάνο, γεμάτος ζωντάνια και αποφασιστικότητα, του προσφέρουν μια αίσθηση ελευθερίας. Στην πραγματικότητα όμως, η ελευθερία του Φραντσέσκο περιορίζεται από την εμμονή των ντόπιων στην παράδοση.
Ο νεαρός Νταβίντ Μπέντιγκερ, επίδοξος συγγραφέας, φτάνει στη Βαρσοβία της δεκαετίας του 1920 αναζητώντας εκδότη για το δοκίμιό του και νόημα στη ζωή του. Εμπλέκεται σε έναν λευκό γάμο και ταλαντεύεται ανάμεσα στην πολιτική, τον έρωτα και τη φιλοσοφία. Περιμένοντας την έκδοση του δοκιμίου του, εντέλει μένει μετέωρος, αρνούμενος τον χρόνο και την πραγματικότητα.
Βιέννη, 1925. Πριν από αρκετά χρόνια, ο Καρλ Φιάλα ήταν ένας σεβαστός υπάλληλος της Αυτοκρατορικής Οικονομικής Εισαγγελίας. Όμως, ο πόλεμος και το τέλος της αυτοκρατορίας αλλάζουν τα πάντα. Ο Φιάλα αναγκάζεται να πουλήσει όλα του τα υπάρχοντα για να συντηρήσει τη σύζυγο και τον άρρωστο γιο του. Δυστυχώς, αρρωσταίνει και εκείνος. Η ελπίδα έρχεται από ένα συμβόλαιο ζωής, απαράβατος όρος του οποίου είναι να συμπληρώσει ο Φιάλα τα εξήντα πέντε του χρόνια, ώστε να καταβληθεί ένα σημαντικό ποσό στην οικογένειά του.
Ο Μάρτιν είναι εβδομήντα έξι ετών. Μια σοκαριστική ιατρική διάγνωση ανατρέπει τη ζωή του· του απομένουν λίγοι μόνο μήνες. Η νεαρή σύζυγος και ο εξάχρονος γιος του απολαμβάνουν την αγάπη και τη φροντίδα του. Τι άλλο προλαβαίνει να κάνει για εκείνους; Τι μπορεί να τους προσφέρει; Ο Μάρτιν αναμετριέται με τα συναισθήματά του αναζητώντας απαντήσεις.
Δεκαετία του ’70. Η Κάρμεν αναθυμάται το παρελθόν της. Εκείνη και οι δύο αδελφές της, κόρες Ισπανών Δημοκρατικών, είχαν σταλεί από τους γονείς τους στη Γαλλία, όταν ήταν παιδιά ακόμη, για να γλιτώσουν από τη δικτατορία του Φράνκο. Κατέληξαν σε ένα μικρό χωριό στον Νότο, τη Μαρσεγιέτ, όπου ζούσαν και δούλευαν μαζί στο οικογενειακό ξενοδοχείο. Η Κάρμεν ασφυκτιά, ερωτεύεται έναν περαστικό ταυρομάχο, τον Αντόνιο, και φεύγει μαζί του στη Μαδρίτη. Εκεί φυλακίζεται για επτά χρόνια ως συνεργός του Αντόνιο στις παράνομες δραστηριότητές του. Στη φυλακή, η Κάρμεν υφίσταται βία και ταπεινώσεις, εθίζεται στα ναρκωτικά, αλλά εντέλει σώζεται κυρίως χάρη στη φιλία που αναπτύσσει με μια μεγαλύτερη σε ηλικία κρατούμενη και στην παρηγοριά που βρίσκει στην ανάγνωση μυθιστορημάτων. Όταν αποφυλακίζεται, επιστρέφει στο χωριό, αλλά οι αδελφές της δεν την έχουν συγχωρέσει που τις εγκατέλειψε. Η Κάρμεν προσπαθεί να αποκαταστήσει τη σχέση τους και παράλληλα συνδέεται ερωτικά με τον Εσκούτο, έναν νεότερό της άντρα, εντελώς διαφορετικό από τον Αντόνιο.
Το μυθιστόρημα της τραγουδίστριας και ηθοποιού Ολίβια Ρουίζ ξεδιπλώνει μια θυελλώδη ιστορία που μπλέκεται αναπόδραστα στα γρανάζια της μεγάλης Ιστορίας· στο τέλος η βία κατατροπώνεται και η αγάπη θριαμβεύει.
Σε έναν δασώδη λόφο στα περίχωρα της Ζυρίχης κατοικεί ο πρώην ομοσπονδιακός βουλευτής Δρ Στοτς, περιστοιχισμένος από τα πορτρέτα μιας νεαρής γυναίκας. Η Μέλοντι ήταν κάποτε μνηστή του, περίπου σαράντα χρόνια πίσω, αλλά λίγο πριν τον γάμο τους εξαφανίστηκε. Διηγείται την ιστορία της ζωής του στον νεαρό Τομ Έλμερ, τον οποίο έχει ορίσει διαχειριστή της κληρονομιάς του. Με τον καιρό, ο Τομ αρχίζει να αναρωτιέται αν ο εργοδότης του είναι πραγματικά αυτός που θέλει να δείχνει ότι είναι και αν οι αφηγήσεις του είναι αληθινές ή βγαλμένες από το μυαλό του. Ο Τομ και η ανιψιά τού Στοτς, Λάουρα, ξεκινούν έρευνες που φτάνουν μέχρι και την Ελλάδα.
Αντιμέτωπος με την πρόκληση να συνοψίσει όλα όσα πίστευε για τη ζωή, την ανθρώπινη φύση και τη μακροχρόνια ευτυχία σε μια σύντομη ομιλία προς τους απόφοιτους του Κολλεγίου Kenyon, ο διάσημος συγγραφέας Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας έγραψε αυτό το εκπληκτικό δοκίμιο, που εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.
Τοποθετημένη στη δεκαετία του 1920, η νουβέλα του Τόμας Μαν είναι η ιστορία της Ροζαλί Φον Τίμλερ, μιας πενηντάχρονης γυναίκας που, ύστερα από τον θάνατο του συζύγου της, ζει στο Ντίσελντορφ μαζί με τα δύο της παιδιά, την τριαντάχρονη Άννα και τον δεκαοκτάχρονο Έντουαρντ.
Η ελληνική έκδοση του παγκόσμιου best seller του Μπέρνχαρντ Σλινκ, που κέρδισε το βραβείο Γερμανικής Μετάφρασης (Ιάκωβος Κοπερτί), αριθμεί πλέον 40.000 αντίτυπα. Μεταφρασμένο σε 54 γλώσσες και με πολλές λογοτεχνικές διακρίσεις, το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με τίτλο «Σφραγισμένα χείλη» σε σκηνοθεσία του Στίβεν Ντάλντρι και με πρωταγωνιστές τον Ρέιφ Φάινς και την Κέιτ Γουίνσλετ, που της χάρισε το Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της.
Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τη γλώσσα και προσπαθούν να επικοινωνήσουν με χειρονομίες. Μόνο ένα αγόρι, ο Νικολίνο, θυμάται τις έννοιες των λέξεων και μπορεί να διηγηθεί τα γεγονότα που οδήγησαν τους κατοίκους του τόπου του σε αυτή την κατάσταση. Το προνόμιο της μνήμης ο Νικολίνο το αποκτά χάρη στη γνωριμία του με τον βιβλιοπώλη που καταφτάνει στην πόλη του. Ο μυστηριώδης αυτός άνθρωπος ανοίγει ένα βιβλιοπωλείο όχι για να πουλάει τα βιβλία του, αλλά για να τα διαβάζει στους άλλους. Οι ντόπιοι δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι τον ξένο και την ιδιοτροπία του, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να θεωρούν ότι πρόκειται για δαίμονα. Πεσόα, Σοφοκλής, Τολστόι, Σαπφώ, Σαίξπηρ, Λεοπάρντι, Δάντης, Ρεμπώ, Προυστ, Μπόρχες, Ντοστογιέφσκι είναι μερικοί μόνο από τους συγγραφείς με τη σκέψη των οποίων το αγόρι έρχεται σε επαφή.
Κούβα, 1993. Η χώρα βιώνει συνθήκες οικονομικής κατάρρευσης και φτώχειας σε μια πρωτοφανή κρίση που οδηγεί σε κλίμα αγωνίας και ανασφάλειας. Σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, η Χούλια, μια νεαρή μαθηματικός που ζει και εργάζεται στην Αβάνα, αναζητά διέξοδο στα προβλήματά της όταν ανακαλύπτει τυχαία κάποια έγγραφα που αποδεικνύουν ότι ο εφευρέτης του τηλεφώνου δεν είναι ο Γκράχαμ Μπελ αλλά ο Ιταλός Αντόνιο Μεούτσι, ο οποίος εργάστηκε ως τεχνικός στην Αβάνα τον 19ο αιώνα. Η Χούλια και οι φίλοι της αρχίζουν να ξετυλίγουν το κουβάρι της υπόθεσης Μεούτσι.
Τρία αμετάφραστα κείμενα του κορυφαίου Αυστριακού συγγραφέα Stefan Zweig συνθέτουν ένα μελαγχολικό σκηνικό γεμάτο εικόνες και λυρικότητα. Ο Zweig, με λογοτεχνική δεινότητα και ποιητική διάθεση, καταπιάνεται με σημαντικά θέματα όπως η θρησκεία, η πίστη, ο έρωτας, η αγάπη και τα όριά της.
Ο Γιούντεγιαν είχε την αίσθηση ότι η κοιμώμενη πόλη τον προκαλούσε. Η πόλη τον χλεύαζε. Δεν τον ενοχλούσαν οι υπναράδες τον Γιούντεγιαν, ας ξάπλωναν στα βρομερά κρεβάτια τους, ας ξάπλωναν στην αγκαλιά των λάγνων θηλυκών τους, αποκαρωμένοι θα έχαναν τις μάχες της ζωής· τον εξόργιζε η κοιμισμένη πόλη στο σύνολό της, κάθε κλειστό παράθυρο, κάθε μανταλωμένη πόρτα, κάθε κατεβασμένη περσίδα· τον εξόργιζε το γεγονός ότι δεν είχε δώσει αυτός την εντολή να κοιμηθεί η πόλη.
Καθένας μας είχε μια τεράστια τσάντα γεμάτη ελπίδα. Ελπίζαμε ότι θα περνούσαμε το νερό, τους φράχτες και τους συνοριοφύλακες, ότι θα καταφέρναμε να φτάσουμε σ’ εκείνο το μέρος όπου τα φώτα έλαμπαν. Δεν είχαμε αμφιβολία ότι μόλις φτάναμε στην άλλη πλευρά, θα βρίσκαμε δουλειές. Θα δουλεύαμε και θα κερδίζαμε χρήματα, από τα οποία ένα μέρος θα το στέλναμε στα σπίτια μας. Ελπίζαμε ότι μια μέρα, σύντομα, θα γυρίζαμε πίσω θριαμβευτές.